
doi: 10.12681/eadd/22584
Ένα από τα δυσκολότερα κεφάλαια και desiderata της βυζαντινής, μετα-Βυζαντινής αλλά και της νεότερης λαογραφίας είναι το ενδυματολογικό όπως είχαν αναφέρει και ασχοληθεί οι ιστορικοί μελετητές Κουκούλες (1948), Χατζημιχάλη (1952), Θεοχάρη (1997) και Παπαντωνίου (2000), αναφέροντας ότι η βυζαντινή ενδυματολογία δεν έχει μελετηθεί όσο θα έπρεπε. Έτσι και ο επισκοπικός σάκκος που εξετάζεται στην παρούσα μελέτη, ως κοσμικό και αργότερα επισκοπικό ένδυμα, αποτελεί πολύπλοκο ζήτημα μεταξύ των ερευνητών υφάσματος, ιδιαίτερα δε εάν προέρχεται από την Αθωνική μοναστική πολιτεία, λόγω της δύσκολης πρόσβασης σε αυτά τα αντικείμενα. Το λειτουργικό ένδυμα που μελετάται πρόκειται-, όπως αναφέρουν και χρησιμοποιούν ως όρο οι βυζαντινολόγοι και πολλοί άλλοι ερευνητές- για είδος φορέματος και στην προκειμένη για λειτουργικό ένδυμα και όχι ύφασμα ή ιμάτιο. Επειδή όμως ο όρος 'φόρεμα', όπως έχει χρησιμοποιηθεί παλαιότερα δεν είναι πλέον τόσο δόκιμος, καθώς και κολακευτικός, ιδιαίτερα όταν αναφερόμαστε σ' ένα εκκλησιαστικό ανδρικό αντικείμενο, θα χρησιμοποιηθεί ο όρος 'λειτουργικό ένδυμα' ο οποίος ερμηνεύει και την χρήση του αντικειμένου, αλλά απορρέει και από την αρχική ετυμολογική ερμηνεία της λέξης λειτουργία. Η μελέτη του πρωτογενούς αυτού υλικού, που παρέμεινε σχεδόν εντελώς άγνωστο στην επιστημονική κοινότητα, παρά την τεράστια σημασία που παρουσιάζει, έδωσε στον συγγραφέα την δυνατότητα να περιεργαστεί από κοντά τα συγκεκριμένα αντικείμενα και να επισημάνει νέα ιστορικά στοιχεία, τα οποία συνδυαζόμενα με την συστηματική καταγραφή, βοήθησαν στην καλύτερη επιλογή επέμβασης συντήρησης και διατήρησης των συγκεκριμένων αντικειμένων. Τα λειτουργικά ενδύματα είναι γνωστά, όχι μόνο για τους θεολογικούς συμβολισμούς τους, αλλά και ως έργα τέχνης με ιστορική και εθνογραφική αξία. Ο αρχικός όμως ρόλος τους ήταν να εξυπηρετούν τις λειτουργικές ανάγκες μέσα στον Ναό πράγμα που δικαιολογεί και το χαρακτηρισμό τους ως 'ιερά αντικείμενα'. Η Ανατολική Εκκλησία χρησιμοποίησε αντικείμενα φτιαγμένα από 'κοσμικά' υλικά όπως οι εικόνες, οι τοιχογραφίες, τα λειτουργικά υφάσματα και ενδύματα για να επιτύχει μέσω αυτών την έκφραση-μετάδοση πνευματικών μηνυμάτων και αληθειών της Χριστιανικής πίστης. Τα εκκλησιαστικά αντικείμενα είτε αυτά χρησιμοποιούνται κατά την Λατρεία είτε ως διακοσμητικά μέσα στον Ναό συμβάλλουν σημαντικά στην διατήρηση της Ορθόδοξης παράδοσης. Η διατήρηση αυτών των αντικειμένων μπορεί να γίνει είτε με επεμβατική συντήρηση (interventive conservation), είτε με προληπτική συντήρηση (preventive conservation), είτε όπως παλαιότερα συνηθίζετo με αποκατάσταση (restoration). Η επιλογή ενός ή περισσοτέρων από αυτούς τους τρόπους επεμβάσεως δημιουργεί ηθικούς προβληματισμούς μέσα στην κοινότητα των συντηρητών στους οποίους δεν υπάρχει ομοφωνία υπέρ της μίας ή της άλλης απόψεως. Η διατριβή συνοδεύεται από αυτοτελή κατάλογο. Ο κατάλογος συμπεριλαμβάνει πενήντα δύο πατριαρχικούς, και επισκοπικούς σάκκους προερχόμενους από δεκατρία κυρίαρχα μοναστήρια και την αρχαιότερη σκήτη στο Άγιον Όρος της Θεοπρομήτορος Αγίας Άννης. Τα χρονολογικά όρια της μελέτης καθορίζονται από τον χρόνο κατασκευής των εξεταζόμενων σάκκων δηλαδή από το τέλος του 15ου έως και τον 20° αί. Εξ' όπου γνωρίζω είναι η πρώτη φορά που αρχιερατικοί σάκκοι 14 αγιορείτικων καθιδρυμάτων, παρουσιάζονται σε ένα αυτοτελή κατάλογο. Οι μονές που παραχώρησαν υλικό στην παρούσα μελέτη είναι Ι. Μ. Μ. Βατοπεδίου, Ι. Μ. Ιβήρων, Ι. Μ. Ξηροποτάμου, Ι. Μ. Αγίου Διονυσίου, Ι. Μ. Παντοκράτορος, Ι. Μ. Κουτλουμουσίου, Ι. Μ. Δοχειαρίου, Ι. Μ. Φιλόθεου, Ι. Μ. Καρακάλου, Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας, Ι. Μ. Σταυρονικήτα, Ι. Μ. Αγίου Γρηγορίου, Ι. Μ. Αγ Παύλου και η Σκήτη της Αγίας Άννης. Ιστορικά ο σάκκος αποτελεί μία μετεξέλιξη του ελληνικού χιτώνα (10ος-8 ος π.Χ.) σε ρωμαϊκή δαλματική (180- 192 μ.Χ.). Αργότερα το συναντούμε ως αυτοκρατορικό βυζαντινό ένδυμα. Στα μέσα του 11ου αί επετράπη να φέρεται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη αντί του πολυσταύριου φελονίου, ως ειδικό προνόμιο που παραχωρήθηκε από τον αυτοκράτορα και μάλιστα μόνον στις τρεις μεγάλες Χριστολογικές εορτές (Χριστούγεννα, Πάσχα και Πεντηκοστή). Κατά τις αρχές του 12ου αί, επιτράπηκε η χρήση του από ορισμένους μητροπολίτες και ένας από αυτούς ήταν ο μητροπολίτης Λακεδαιμόνιας. Αργότερα ο σάκκος χρησιμοποιήθηκε γενικά από όλους τους επισκόπους αντικαθιστώντας το φελόνιο που πλέον χρησιμοποιείται μόνο από τους ιερείς. Τέλος, μία ενδιάμεση μορφή αυτού του ενδύματος συναντάμε στα Ορθόδοξα σκευοφυλάκια με 'παραλλαγμένα' πολυτελή μεταξωτά Οθωμανικά καφτάνια και να χρησιμοποιούνται ως σάκκοι από τους επισκόπους ιδιαίτερα από τον 17° αί και αργότερα. Ο σάκκος κατασκευάζεται σε απλό σχήμα (Τ). Ο κάμπος είναι συνήθως από μεταξωτό ύφασμα και διακοσμείται με ενυφασμένα χρυσονήματα και αργυρονήματα, καθώς και κεντήματα. Είναι κοντομάνικος και τα πλάγια του δεν ενώνονται με ραφή, αλλά κλείνουν είτε με κωδωνίσκους, κομβία είτε με ταινίες. Οι κωδωνίσκοι, οι οποίοι συνήθως είναι δώδεκα συμβολίζουν είτε τους δώδεκα αποστόλους και το διδακτικό τους κήρυγμα ή ενθυμίζουν τον ήχο των κωδώνων από το ένδυμα του Ααρών. Κατά την παράδοση ένας κώδων είναι πάντοτε 'κωφός' συμβολίζοντας τον Ιούδα. Ο σκοπός της έρευνας είναι με την προσεκτική μελέτη αυτών των αντικειμένων να αποκαλυφθούν εάν υπάρχουν νέα μοτίβα και τεχνικές υφάνσεως και κεντητικής που έχουν χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή τους, έχοντας υπ' όψη ότι προέρχονται από διάφορες γεωγραφικές περιοχές (Κωνσταντινούπολη, Προύσα, Γαλλία, Ιταλία κ.α.). Επίσης, να αντληθούν τυχόν ιστορικές πληροφορίες δεδομένου ότι πρόκειται για αφιερώματα από επισκόπους, πατριάρχες και ευγενείς στα Ιερά Καθιδρύματα του Αγίου Όρους θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κεφάλαιο αυτό είναι η συνέχιση της έρευνας της Μαρίας Θεοχάρη του έτους 1963, που αναφέρει υπογραφές πάνω σε υφάσματα αμφίων του Αγίου Όρους παρουσιάζοντας καλλιτέχνες, χρονολογίες και τοπωνύμια κατασκευής των αναφερόμενων υφασμάτων.
| selected citations These citations are derived from selected sources. This is an alternative to the "Influence" indicator, which also reflects the overall/total impact of an article in the research community at large, based on the underlying citation network (diachronically). | 0 | |
| popularity This indicator reflects the "current" impact/attention (the "hype") of an article in the research community at large, based on the underlying citation network. | Average | |
| influence This indicator reflects the overall/total impact of an article in the research community at large, based on the underlying citation network (diachronically). | Average | |
| impulse This indicator reflects the initial momentum of an article directly after its publication, based on the underlying citation network. | Average |
