
doi: 10.12681/eadd/51643
Η υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος και η απώλεια της βιοποικιλότητας είναι ένα σύγχρονο, συνεχώς διογκούμενο και πιεστικό πρόβλημα. Η θεσμοθέτηση των Προστατευόμενων Περιοχών (ΠΠ) ως ένα εργαλείο για την παρεμπόδιση της περαιτέρω υποβάθμισης ή και την αντιστροφή της τάσης για απώλεια της βιοποικιλότητας είναι μια στρατηγική με μεγάλη απήχηση κι ευρέως εφαρμοσμένη. Παρόλα αυτά, ζητήματα που σχετίζονται με την εφαρμογή, την αποτελεσματικότητα και την αποδοχή των ΠΠ είναι ένα θέμα που απασχολεί πολιτική και ακαδημαϊκό χώρο. Η θεωρία και η πράξη πίσω από τη διαχείριση των ΠΠ έχει υποστεί σοβαρές αλλαγές κατά τις τελευταίες δεκαετίες κι έχει επηρεαστεί από νεότερες προσεγγίσεις. Παλαιότερα, οι ΠΠ ήταν λίγες, μικρές σε έκταση χωροθετημένες κατά κόρον σε παρθένες, «άθικτες» περιοχές. Η λογική πίσω από αυτό ήταν οι περιοχές αυτές να παραμείνουν απομονωμένες, προστατευμένες κι άθικτες. Ωστόσο η οικολογία, πολιτική επιστήμη, κοινωνιολογία αλλά κι άλλοι επιστημονικοί κλάδοι σύντομα επιχειρηματολογούσαν ότι η απομόνωση γης σε ένα πυκνοκατοικημένο κόσμο δεν θα είχε αποτέλεσμα και ότι οι ΠΠ είναι σύνθετα συστήματα σε βιολογικούς, οικολογικούς, κοινωνικούς όρους. Οι ΠΠ αλληλοεπιδρούν με το περιβάλλον τους, φυσικό κι ανθρωπογενές, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, η διατήρηση της βιοποικιλότητας εξαρτάται από διαδικασίες κι αποφάσεις που λαμβάνουν χώρα πολύ έξω από τα όρια της ΠΠ. Σε αυτό το πλαίσιο, ένα νέο «παράδειγμα» ανάκυψε για τις ΠΠ, και μετακινηθήκαμε από τη λογική της διαχείρισης σε αυτήν της διακυβέρνησης κι από το περιορισμένο και τοπικό στην οικοσυστημική προσέγγιση.Οι ΠΠ θεωρούνται στις μέρες μας «σύνθετα κοινωνικό – οικολογικά συστήματα» (complex Socio-ecological Systems) που δεν είναι αρκετό απλά το να διαχειρίζονται, αλλά χρειάζεται να διακυβερνούνται αποτελεσματικά με στόχο να παράγουν μια σειρά από οφέλη στους χρήστες τους (οικοσυστημικές υπηρεσίες) ενώ ταυτόχρονα να ικανοποιούν τον απώτερο τους στόχο που είναι η προστασία της φύσης και η διατήρηση της βιοποικιλότητας. Η στροφή από τη διαχείριση στη διακυβέρνηση υποδηλώνει μια μετατόπιση από τα κεντρικά, ενιαία και παραδοσιακά εργαλεία πολιτικής διαταγής και ελέγχου σε μια περισσότερο ευέλικτη, συμπεριληπτική δίκαιη διαδικασία λήψης αλλά κι εφαρμογής αποφάσεων. Η περιβαλλοντική διακυβέρνηση αφορά στις περιβαλλοντικές αποφάσεις και διαδικασίες ενώ η περιβαλλοντική διακυβέρνηση των ΠΠ, αφορά διαδικασίες, εργαλεία και επιλογές που αφορούν τις ΠΠ ειδικά. Σε αυτές τις διαδικασίες, τα εργαλεία και τις επιλογές υπάρχουν μερικές που συνδέονται με επιθυμητά αποτελέσματα σε πολλά επίπεδα: κοινωνικό, οικονομικό, οικολογικό και αυτές συνίστανται ως αρχές και κριτήρια της «χρηστής/ καλής (περιβαλλοντικής) διακυβέρνησης». Οι βασικές αυτές αρχές αναγνωρίζονται από την πλειονότητα των ακαδημαϊκών και των επαγγελματιών. Παρόλα αυτά μια αξίωση που με τρόπο επαναλαμβανόμενο απαντάται στη βιβλιογραφία, είναι ότι οι γενικοί κανόνες της «χρηστής/ καλής διακυβέρνησης» ναι μεν λειτουργούν ως κατευθύνσεις, δε συνιστούν δε αυτόματα και «κλειδί για κάθε πόρτα». Κάθε ΠΠ, βρίσκεται σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, σε ένα σύνθετο κοινωνικό-οικολογικό σύστημα. Υπό αυτήν την έννοια, οι αρχές και τα κριτήρια της χρηστής διακυβέρνησης των ΠΠ συνιστούν το πλαίσιο αλλά η μετουσίωση τους σε πράξη απαιτεί εμβάθυνση με άξονα συγκεκριμένες μελέτες περίπτωσης ή και περιοχές. Μία εμβάθυνση που να περιλαμβάνει όλες τις όψεις: οικονομική, κοινωνική, οικολογική. Η ανάγκη να προχωρήσουμε πέρα από τους «γενικούς κανόνες» και κατευθύνσεις και να εμβαθύνουμε στο συγκεκριμένο είναι το βασικό σημείο εστίασης και κεντρικός στόχος της παρούσας διατριβής. Επιλέγοντας την Ελλάδα ως μελέτη περίπτωσης συζητάμε για τη διακυβέρνηση των ΠΠ υπό το πρίσμα της «κυβερνησιμότητας» (governability) και της «θεσμικής καταλληλότητας» (institutional fit) (Κεφάλαιο 2). Στη συνέχεια αξιολογούμε τη διακυβέρνηση μέσα από την οπτική των εμπλεκομένων εφαρμόζοντας τη μεθοδολογία Q (Kεφάλαιο 3). Έπειτα εστιάζουμε σε δυο σημαντικά στοιχεία που είναι διασυνδεδεμένα με διακυβέρνηση: διαχείριση και συμμετοχή (Κεφάλαιο 4) και τέλος συνοψίζουμε τα ευρήματα μας και παραθέτουμε συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής (Κεφάλαιο 5).
| selected citations These citations are derived from selected sources. This is an alternative to the "Influence" indicator, which also reflects the overall/total impact of an article in the research community at large, based on the underlying citation network (diachronically). | 0 | |
| popularity This indicator reflects the "current" impact/attention (the "hype") of an article in the research community at large, based on the underlying citation network. | Average | |
| influence This indicator reflects the overall/total impact of an article in the research community at large, based on the underlying citation network (diachronically). | Average | |
| impulse This indicator reflects the initial momentum of an article directly after its publication, based on the underlying citation network. | Average |
