
doi: 10.12681/eadd/58254
Η διατριβή πραγματεύεται τη θεωρία και προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων μέσα από μια κριτική, συγκριτική και διεπιστημονική σκοπιά στη βάση του κοινωνικού δικαίου, της νομικής θεωρίας και φιλοσοφίας του δικαίου και της κοινωνικής οντολογίας και ηθικής. Η μελέτη εξετάζει και αξιολογεί τον τρόπο με το οποίο τα κοινωνικά δικαιώματα κατανοήθηκαν και αντιμετωπίστηκαν σε επίπεδο θεωρητικό, δικαιϊκό και δικαστικό κατά την περίοδο της ύστερης χρηματοπιστωτικής κρίσης στην Ευρώπη και της επακόλουθης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης της περιόδου 2008-2012 στη ζώνη του ευρώ και συγκεκριμένα στη γεωγραφική περιοχή του Ευρωπαϊκού Νότου, δίνοντας έμφαση στις έννομες τάξεις της Πορτογαλίας και της Ελλάδας. Η ανάλυση εκκινεί με μια εκτενή ανάλυση της κρίσης ως θεωρίας και ως αφηγήματος σε αναλυτικό και θεσμικό επίπεδο με έμφαση στη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική κρίση στις υπό εξέταση χώρες. Εν συνεχεία, η μελέτη στρέφεται στη θεωρητική διερεύνηση ζητημάτων που άπτονται της δικαστικής κατοχύρωσης και αγωγιμότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται μια συγκριτική εξέταση της νομολογίας της λιτότητας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) καθώς επίσης των δικαστηρίων της Πορτογαλίας και της Ελλάδας, και ερευνάται ο αντίκτυπος των αποφάσεων αυτών στην προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων. Υπό το φως αυτό, πραγματοποιείται μια περαιτέρω συγκριτική θεωρητική και νομική προσέγγιση που εστιάζει στις διασυνδέσεις μεταξύ της νομολογίας της λιτότητας, του φαινομένου του επονομαζόμενου «δικαστικού ακτιβισμού» (judicial activism) και της πρακτικής του «δικηγορικού ακτιβισμού» (cause lawyering) ή «στρατευμένης δικηγορίας» (strategic litigation). Με βάση τα παραπάνω, η έρευνα προχωρά στην ανάλυση των κοινωνικών δικαιωμάτων σε εννοιολογικό και θεωρητικό επίπεδο από τη σκοπιά της θεωρίας του δικαίου και της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας. Στη γραμμή αυτή προσεγγίζεται κριτικά ο τρόπος με τον οποίο τα κοινωνικά δικαιώματα συνδέονται αποκλειστικά με δημόσιες δαπάνες και με την παροχή υπηρεσιών, ενώ διερευνάται πώς η πτυχή αυτή έχει καταστεί σύμφυτη με την έννοια και το θεωρητικό υπόβαθρο των κοινωνικών δικαιωμάτων. Επιπλέον, εξετάζεται η μακροχρόνια θεωρητική διάκριση μεταξύ των κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων αφενός και των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων αφετέρου, η οποία αντλεί την ιστορική και θεωρητική πλαισίωσή της από το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Υπό αυτό το πρίσμα, εξετάζονται νεότερες θεωρίες, οι οποίες υποστηρίζουν την κανονιστική από-κατηγοριοποίηση μεταξύ των δυο αυτών ομάδων δικαιωμάτων και προτάσσουν την εννοιολογική συνοχή και αλληλεξάρτηση του συνόλου των δικαιωμάτων, τόσο σε επίπεδο πρακτικής προστασίας όσο και σε επίπεδο κατανόησης και πραγμάτωσης των οικονομικών, εργασιακών, και κοινωνικών δικαιωμάτων. Η έρευνα ολοκληρώνεται με τη σύνδεση της άνωθεν προβληματικής για τα κοινωνικά δικαιώματα με ερωτήματα φιλοσοφίας του δικαίου και κοινωνικής οντολογίας. Στο πλαίσιο αυτό, εντοπίζεται ότι καθιερωμένες νομικές προσεγγίσεις, παρουσιάζουν μια συστηματική έλλειψη ενασχόλησης με τις οντολογικές προκείμενες και τις ηθικές παραδοχές που διέπουν τα γνωσιοθεωρητικά πλαίσια πάνω στα οποία δομείται η θεωρητική κατασκευή των κοινωνικών δικαιωμάτων. Ακολούθως, παρά τις μεταξύ τους διαφορές, εντοπίζεται ένας κοινός φιλοσοφικός τόπος ως προς τις εν λόγω αναλύσεις, και συγκεκριμένα διαπιστώνεται ότι η ανθρώπινη φύση και η κοινωνική πραγματικότητα γίνονται αντιληπτές με βάση μια αναγωγικά αρνητική κοινωνική οντολογία, η οποία διαμορφώνεται με όρους ουσιοκρατίας στη βάση μιας αντίληψης των όντων ως ιδανικά σταθερών και πεπερασμένων μορφών και ήδη εξατομικευμένων υποστάσεων, ιδωμένων υπό το πρίσμα της μεταφυσικής της ουσιότητας (essence). Κατόπιν αυτού, η μελέτη εμβαθύνει σε πρόσφατες έρευνες προερχόμενες από την κοινωνική φιλοσοφία και την κριτική θεωρία και ηθική, οι οποίες εντοπίζουν την ανάγκη αναθεώρησης παγιωμένων σχημάτων κοινωνικής δικαιοσύνης, χρησιμοποιώντας έννοιες όπως την αλληλεγγύη και την ευαλωτότητα (vulnerability) προς το σκοπό αυτό. Λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς αυτούς, η μελέτη στρέφεται στην έννοια της «διατομικότητας» (transindividuality), την οποία εισάγει από το φιλοσοφικό στοχασμό των Baruch Spinoza και Gilbert Simondon, κατά τον τρόπο που αυτή ερμηνεύεται και συνεχίζει να διαμορφώνεται από σύγχρονους μελετητές του έργου των διανοητών αυτών. Η διατομικότητα παρουσιάζεται σε αυτό το πλαίσιο όχι μόνο ως γλωσσικό αλλά κυρίως ως εννοιολογικό πλαίσιο διαφορετικό από τις ατομικιστικές ή ολιστικές οντολογίες, με την έννοια ότι αμφισβητείται τόσο η αναγωγή της συλλογικότητας στην ατομικότητα όσο και της ατομικότητας στη συλλογικότητα και αντ’ αυτού προτείνεται μια διατομική κοινωνική οντολογία στη βάση της σχεσιακότητας και της διεργασίας ως γνωσιοθεωρίας. Μέσα από το πρίσμα αυτό, η παρούσα διατριβή προτείνει ένα οντολογικό πλαίσιο το οποίο αποδεσμεύει την έννοια του «κοινωνικού» κατά την εννοιολόγηση των κοινωνικών δικαιωμάτων τόσο από ένα απλό διανεμητικό αίτημα που εγείρεται έναντι του κράτους όσο και από μια ωφελιμιστική θεώρηση, η οποία διατείνεται και προτάσσει ένα ατομικιστικό μοντέλο δικαιωμάτων. Στο επίκεντρο της έρευνας, εντοπίζεται η ιδέα ότι η έννοια του «κοινωνικού» δε θεμελιώνεται σε ένα ηθικό πρόταγμα φυσικού δικαίου ούτε σε ένα δομικό κοινωνικό ντετερμινισμό. Αντ’ αυτού, η έννοια του κοινωνικού, ενσαρκώνεται μέσα από την έννοια της σχεσιακότητας ως οντογενετικής διεργασίας, και ακολούθως στη βάση αυτής της σχεσιακότητας θεμελιώνονται ακολούθως τα κοινωνικά δικαιώματα. Από αυτή την άποψη, η έννοια της κτήσης και της κατοχύρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων προτείνεται στη βάση της έννοιας της σχεσιακότητας, η οποία λειτουργεί ως δικαιολογητική βάση ακριβώς λόγω της ανθρώπινης φύσης ως σχεσιακής φύσης που γίνεται αντιληπτή ως μια υπαρξιακή διαδικασία συνεχούς εξατομίκευσης, μετασχηματισμού και συνύπαρξης. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα μελέτη αναδιατυπώνει τα κοινωνικά δικαιώματα ως διατομικά δικαιώματα.
| selected citations These citations are derived from selected sources. This is an alternative to the "Influence" indicator, which also reflects the overall/total impact of an article in the research community at large, based on the underlying citation network (diachronically). | 0 | |
| popularity This indicator reflects the "current" impact/attention (the "hype") of an article in the research community at large, based on the underlying citation network. | Average | |
| influence This indicator reflects the overall/total impact of an article in the research community at large, based on the underlying citation network (diachronically). | Average | |
| impulse This indicator reflects the initial momentum of an article directly after its publication, based on the underlying citation network. | Average |
